

Οι κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί αποτελούν για χιλιάδες οικογένειες ένα πρακτικό εργαλείο διαχείρισης των οικονομικών τους. Ωστόσο, πίσω από την ευκολία που προσφέρουν, μπορεί να κρύβονται φορολογικοί κίνδυνοι που πολλοί αγνοούν. Η μεταφορά χρημάτων από έναν κοινό λογαριασμό σε ατομικό ή σε νέο κοινό λογαριασμό ενδέχεται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να χαρακτηριστεί από τις φορολογικές αρχές ως άτυπη δωρεά, οδηγώντας σε ελέγχους και σε ορισμένες περιπτώσεις στην επιβολή σημαντικών φόρων.
Το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο μετά από πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία εξέτασε υπόθεση μεταφοράς 240.000 ευρώ από κοινό οικογενειακό λογαριασμό σε νέο κοινό λογαριασμό ενός εκ των τέκνων και της συζύγου του.
Στον αρχικό λογαριασμό εμφανίζονταν ως συνδικαιούχοι ο πατέρας, η μητέρα, η κόρη και ο γιος. Η φορολογική διοίκηση έκρινε ότι ο γιος δεν είχε αποδείξει συμμετοχή στη δημιουργία του υπολοίπου του λογαριασμού και ότι μετά τη μεταφορά των χρημάτων αυτά περιήλθαν ουσιαστικά στη δική του αποκλειστική διάθεση και της συζύγου του. Ως αποτέλεσμα, η μεταφορά χαρακτηρίστηκε άτυπη δωρεά και η προσφυγή του φορολογούμενου απορρίφθηκε.
Η συγκεκριμένη απόφαση επιβεβαιώνει μια κρίσιμη παράμετρο της φορολογικής νομοθεσίας: η ιδιότητα του συνδικαιούχου δεν συνεπάγεται αυτομάτως και κυριότητα επί του συνόλου των χρημάτων που βρίσκονται σε έναν κοινό λογαριασμό. Η φορολογική διοίκηση εξετάζει ποιος πραγματικά κατέθεσε τα χρήματα και ποιος επωφελείται από αυτά.
Πότε μια μεταφορά θεωρείται δωρεά
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, όταν συνδικαιούχος κοινού λογαριασμού, ο οποίος δεν έχει συμβάλει στη δημιουργία του υπολοίπου, προχωρεί σε ανάληψη ή μεταφορά χρημάτων για προσωπική χρήση, η συναλλαγή μπορεί να χαρακτηριστεί δωρεά.
Η διάταξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι φορολογικές αρχές έχουν εντείνει τους ελέγχους σε υποθέσεις χρηματικών γονικών παροχών και δωρεών. Πολλές από αυτές καταλήγουν στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, με τους φορολογούμενους να αμφισβητούν φόρους και πρόστιμα που έχουν επιβληθεί μετά από σχετικούς ελέγχους.
Σημαντικό μέρος των υποθέσεων αφορά γονικές παροχές που πραγματοποιήθηκαν εκτός τραπεζικού συστήματος, καθώς και διαδοχικές μεταβιβάσεις χρημάτων μεταξύ συγγενών που, σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, ενδέχεται να χρησιμοποιούνται για την καταστρατήγηση των φορολογικών διατάξεων.
Οι πέντε βασικές παγίδες
Οι φοροτεχνικοί επισημαίνουν ότι όσοι προχωρούν σε γονικές παροχές ή δωρεές θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή σε πέντε κρίσιμα σημεία:
Πρώτον, το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ ισχύει μόνο για συγγενείς πρώτης κατηγορίας, όπως γονείς, παιδιά, σύζυγοι, παππούδες, γιαγιάδες και εγγόνια, και μόνο όταν η συναλλαγή πραγματοποιείται μέσω τραπεζικού συστήματος και δηλώνεται κανονικά.
Δεύτερον, οι γονικές παροχές που γίνονται με μετρητά φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή 10%, χωρίς κανένα αφορολόγητο όριο, ανεξαρτήτως του ύψους του ποσού.
Τρίτον, η μεταφορά μικρών ποσών μέσω συστημάτων άμεσων πληρωμών, όπως το IRIS, από γονείς προς παιδιά για καθημερινές ανάγκες ή έξοδα διαβίωσης δεν θεωρείται δωρεά, ιδίως όταν πρόκειται για προστατευόμενα μέλη της οικογένειας. Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται υποβολή δήλωσης στο myProperty.
Τέταρτον, οι διαδοχικές δωρεές μεταξύ συγγενών βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση. Εάν, για παράδειγμα, διαπιστωθεί ότι χρησιμοποιούνται ενδιάμεσοι συγγενείς ώστε να μεταφερθούν χρήματα σε πρόσωπο που δεν δικαιούται το αφορολόγητο, η Εφορία μπορεί να επιβάλει φόρο 20% χωρίς αφορολόγητο όριο. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις περιπτώσεις όπου οι διαδοχικές μεταβιβάσεις πραγματοποιούνται μέσα σε χρονικό διάστημα μικρότερο των έξι μηνών.
Πέμπτον, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις μεταφορές χρημάτων προς κοινούς λογαριασμούς στους οποίους συμμετέχει και τρίτο πρόσωπο. Η ΑΑΔΕ εξετάζει ποιος τελικά χρησιμοποιεί τα χρήματα. Αν αποδειχθεί ότι ο πραγματικός ωφελούμενος είναι διαφορετικός από τον δηλωμένο δωρεοδόχο, μπορεί να επιβληθεί φόρος δωρεάς.
Το βασικό μήνυμα των φορολογικών αρχών είναι ότι οι οικογενειακές μεταφορές χρημάτων δεν θεωρούνται αυτομάτως αφορολόγητες. Η τεκμηρίωση της προέλευσης των κεφαλαίων, η ορθή χρήση του τραπεζικού συστήματος και η τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών αποτελούν πλέον προϋπόθεση για την αποφυγή δυσάρεστων φορολογικών εκπλήξεων.