

Διανύοντας ήδη την τρίτη βδομάδα της Σαρακοστής και μετρώντας αντίστροφα για το Πάσχα, η αγορά τροφίμων βρίσκεται σε φάση αναμονής, με τα σούπερ μάρκετ να εμφανίζονται καθησυχαστικά ως προς τις τιμές στα ράφια και την καταναλωτική συμπεριφορά. Την ίδια ώρα η αγορά του αρνιού συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες ανησυχίες λόγω της ζωονόσου, των περιορισμών στις μετακινήσεις ζώων και των πιέσεων στην προσφορά.
Προβληματισμός για τις τιμές και τη διαθεσιμότητα του αρνιού
Όπως αναφέρει ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας, Απόστολος Πεταλάς, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν φαινόμενα πανικού στα καταστήματα, ούτε οι καταναλωτές φαίνεται να σπεύδουν να αποθηκεύσουν προϊόντα υπό το βάρος των διεθνών εξελίξεων μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν. Συμπληρώνει ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει εκδηλώσει συμπεριφορά μαζικών αγορών και, τουλάχιστον έως τώρα, δεν έχουν καταγραφεί ενδείξεις που να παραπέμπουν σε αποθεματοποίηση ή σε αναστάτωση στην καθημερινή λειτουργία της αγοράς.
Στο μέτωπο των τιμών στα ράφια, όπως λέει ο ίδιος, η εικόνα παραμένει ελεγχόμενη, ιδιαίτερα στα τυποποιημένα προϊόντα. Σύμφωνα με τον κ. Πεταλά, ούτε οι βιομηχανίες ούτε οι εισαγωγικές επιχειρήσεις έχουν δώσει μέχρι στιγμής σήματα για σημαντικές ανατιμήσεις, γεγονός που επιτρέπει στην οργανωμένη λιανική να διατηρεί στάση συγκράτησης. Πιο ευμετάβλητη είναι η εικόνα στα νωπά προϊόντα και κυρίως στα οπωροκηπευτικά, όπου οι τιμές επηρεάζονται καθημερινά από το κόστος των καυσίμων, τις καιρικές συνθήκες, την προσφορά, τη ζήτηση και την εποχικότητα. Ακόμη και εκεί, πάντως, δεν έχουν εμφανιστεί έως τώρα έντονες ή ορατές ανατιμήσεις.
Η βασική προτεραιότητα του οργανωμένου λιανεμπορίου είναι αυτήν την περίοδο η διασφάλιση της επάρκειας εν όψει της πασχαλινής ζήτησης, με τις προμήθειες να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Ωστόσο, το πιο σύνθετο και αβέβαιο κομμάτι της αγοράς αφορά σαφώς το αρνί και το κατσίκι, καθώς εκεί οι παράγοντες πίεσης είναι περισσότεροι και αλληλοτροφοδοτούνται.
Ο κ. Πεταλάς αποσυνδέει τις ανησυχίες για το αρνί από το διεθνές περιβάλλον και τις συνδέει πρωτίστως με την επιδημία της ευλογιάς, που έχει πλήξει την παραγωγή. Όπως εξηγεί, υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τη διαμόρφωση των τιμών, καθώς παραγωγοί σε περιοχές που δεν επηρεάστηκαν ιδιαίτερα από τη ζωονόσο, όπως η Κρήτη και η Νάξος, δεν δεσμεύονται ακόμη σε τιμές, θεωρώντας ότι η συγκυρία τούς δίνει περιθώριο να διεκδικήσουν καλύτερες απολαβές. Από την άλλη πλευρά, στις περιοχές που έχουν πληγεί εντονότερα, οι περιορισμοί που τίθενται από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες και από την ίδια την αγορά περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την εικόνα.