

Γράφει ο Λάμπρος Γριβέλλας
Δύο ήταν τα παζάρια της Καρδίτσας: του Αγίου Κωνσταντίνου (21 Μαΐου) και του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) και αποτελούσαν γεγονός για την πόλη και την περιοχή της. Και πρέπει να τονίσουμε ότι και τα δυο παζάρια ήταν δίδυμα: το εμπορικό και το ζωοπάζαρο, που γίνονταν σε διαφορετικές τοποθεσίες. Για να πάρει κανείς μια ιδέα για το ζωοπάζαρο, αρκεί να περιηγηθεί στον ομότιτλο πίνακα του αείμνηστου Γιολδάση.
Εκείνο που έδινε το χρώμα στα παζάρια ήταν το θέαμα. Ο κόσμος, κλεισμένος στη μικρή κοινωνία του, διψούσε για θέαμα. Ο αγροτικός κόσμος, πριν ακόμη μπει ο Οκτώβρης, άρχιζε τις προετοιμασίες για το παζάρι. Τι θα πουλήσουν, τι θ’αγοράσουν, χωρίς να υποτιμούμε και την ανομολόγητη προσδοκία για το παζαριώτικο θέαμα.
Το παζαριώρικο θέαμα είχε μεγάλη ποικιλία. Πρόχειρες σκηνές που στέγαζαν … θηριοτροφεία, αυτοσχέδια τσίρκο, περίεργα τέρατα, ήταν οι συνηθισμένες ατραξιόν. Ο κράχτης, με το καμπανάκι στο χέρι, διαλαλούσε το θέαμα:
-Περάστε, κόσμε, να δείτε και να φρίξετε! Το ασώματο κεφάλι που μιλάει! Το τέρας με τα δυο κεφάλια… Ένας ένας και μη σπρώχνεστε, όλοι θα δείτε!
Άγριοι βρυχηθμοί έβγαιναν από το …μεγάφωνο της απέναντι σκηνής.
-Όλα τα άγρια θηρία της Αφρικής. Ο γορίλας που λυγίζει σίδερα, το άλογο που χορεύει…, ξεφώνιζε ό κράχτης.
Έτρεχε ο κόσμος, μαθητόκοσμος, περαστικοί, χωριάτες, αλαναρία, κι έβλεπε μερικά ψωραλέα ζώα στα κλουβιά, τόσο αδύναμα, που, κι αν τ’ άφηναν ελεύθερα, αμφιβάλλω, αν μπορούσαν να πάρουν τα πόδια τους!
Σ’ ένα από εκείνα τα παζάρια, κάποιος πεινασμένος φοιτητής πήγε στο τσίρκο για να ζητήσει δουλειά.
-Τι ξέρεις να κάνεις; του λένε.
-Εγώ φοιτητής είμαι, λέει εκείνος, αλλά μπορώ να κάμω όποια δουλειά θέλετε.
Σκέφτηκαν οι άνθρωποι και του λένε:
-Έχουμε μια δουλειά για σένα, αλλά είναι λίγο επικίνδυνη. Θα περπατάς πέρα δώθε επάνω σ’ αυτή τη σανίδα, πάνω από το λάκκο των λεόντων.
Τη δοκιμάζει ο φοιτητής με το πόδι του· πολύ λεπτή και στενή και κουνιόταν πάνω κάτω.
-Κι αν πέσω; λέει.
-Ε, αν πέσεις, καθένας με την τύχη του…
Τι να κάμε κι εκείνος, τον είχε τυφλώσει και η πείνα, δέχτηκε. Πέρασε την πρώτη φορά, είδε κι έπαθε. Τα λιοντάρια από κάτω να βρυχώνται και να τινάζουν τις χαίτες, φόβος και τρόμος! Κακοπέρασε και τη δεύτερη, μα την τρίτη δεν έντεξε κι έπεσε στο λάκκο!
-Πάει, χάθηκα, ξεφωνίζει!
Οπότε, ακούει τα …λιοντάρια να του λένε:
-Μη φοβάσαι, βρε χαζέ, κι εμείς φοιτητές είμαστε και κάνουμε τα λιοντάρια για το μεροκάματο!
Τώρα, αν όλη η ιστορία μοιάζει με ανέκδοτο, τι να κάμουμε; Δείχνει όμως περίτρανα, πόσο ψεύτικα στήνονται όλα στα παζάρια!
Εμείς η πιτσιρικάδα ξημεροβραδιαζόμασταν στο «γύρο του θανάτου», στον παπαγάλο που τραβούσε το χαρτάκι κι έλεγε τη μοίρα σου, στη λοταρία και τα παρόμοια. Το πενιχρό χαρτσιλίκι μας το ξοδεύαμε στη λοταρία με τους κρίκους και στη σκοποβολή, μήπως και κερδίσουμε κανένα κουτί λουκούμια. Η σκοποβολή ήταν σκέτη απογοήτευση. Ποτέ το βελάκι δεν καρφωνόταν εκεί που σημάδευες. « Έτσι έχουν ρυθμίσει το όπλο!» είπε κάποιος.
Κι αν περίσσευε κάτι, παίρναμε και «μαλλί της γριάς». Το τελευταίο αυτό, παραδόξως διασώθηκε ως τις μέρες μας.
Μεγάλη σουξέ ήταν τότε το «πανόραμα». Το πανόραμα ήταν ο πρόδρομος της τηλεόρασης. Μια συσκευή σε ένα μεγάλο κιβώτιο, στερεωμένη σε καρότσι. Στο μπροστινό μέρος η συσκευή είχε ένα μικρό φακό. Απ’ εκεί έβλεπες όλα τα θαυμάσια του κόσμου! Έδινες το πενηνταράκι, κολλούσες το μάτι στο φακό και ο γραφικός μάστορης γύριζε τη μανιβέλα και διαλαλούσε τραγουδιστά το θέαμα που παρουσίαζε:
-Να οι αραπάδες στην Αραπιά, καβάλα στ’ άγρια φαριά! (φαριά, έλεγαν τα άλογα).
Μπλοκάριζε το μηχάνημα και ξεφώνιζε ο μικρός:
-Δε βλέπω τίποτα, μπάρμπα!
-Τι να δεις, παιδί μου, μαύροι οι αραπάδες, μαύρη η Αραπιά, όλα μαύρα, όλα σκότεινα!
Όταν κάποιου συναχωμένου μικρού έτρεχε η μύτη, εκείνος –τραγουδιστά πάντα- πρόσταζε:
-Μάζωξε, παιδί, τη μύξα σου, μη μου λερώσεις το γυαλί!
Χάθηκε και το «πανόραμα» και όλα τ’ άλλα από τα σύγχρονα παζάρια. Όσο για το «γυαλί», τώρα πια θρονιάστηκε στο σαλόνι μας, πολύχρωμο και θαυμαστό και δεν υπάρχει κίνδυνος να λερωθεί από το συναχωμένο παιδί. Φοβούμαι πώς εκείνο «λερώνει» το παιδί μας, με όσα δείχνει!
Αυτά, για θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι.-