

«Ολα τότε τα έγραφε για μένα»
-Οι εξομολογήσεις της για την αφετηρία της και τη συμπόρευση με τον Χιώτη στη ζωή και στο τραγούδι
Μανώλης Χιώτης, Μαρία Κάλλας, Μαίρη Λίντα και Γκρέις Κέλι, το 1961 στη «Σπηλιά του Παρασκευά». Η ντίβα της όπερας αποκαλούσε τη Λίντα «αηδονάκι» και πάντα της ζητούσε να της τραγουδήσει το «Γκαρσόνι» χωρίς μικρόφωνο. Η φωνή της και η ερμηνευτική δεινότητα του Χιώτη έβαλαν, όπως συνηθιζόταν να λέγεται δίχως ίχνος υπερβολής, «το μπουζούκι στα σαλόνια». Για την ακρίβεια, μέχρι τον Λευκό Οίκο. (Φωτογραφία: ΑΡΧΕΙΟ ΤΑΚΗ ΠΑΝΑΝΙΔΗ)

Την είχαμε ταυτίσει με τις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες της Φίνος Φιλμ. Η Μαίρη Λίντα μικροκαμωμένη, τραγουδούσε σαν αηδόνι και λικνιζόταν δίνοντας αέρα στα σφιχτά μεταξωτά φουστάνια και στους δύσκαμπτους ταφτάδες. Ο Μανώλης Χιώτης κομψός στα ραφιναρισμένα κοστούμια του, «μια τσάκιση όλο, από την κορυφή, σαν χαρακιά» όπως θαύμαζε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Οταν τελείωναν τα τραγούδια και οι σβέλτες αριστοτεχνικές δαχτυλιές έσβηναν στο τετράχορδο μπουζούκι, το ζευγάρι που ξετρέλαινε το κοινό στις πίστες, στις θεατρικές σκηνές και στα κινηματογραφικά πλατό κάποιες φορές αναφωνούσε: «Χιώτης – Λίντα!». Ο πρωτοπόρος λαϊκός συνθέτης και αριστοτέχνης του μπουζουκιού «έφυγε» 49 ετών το 1970. Η μούσα του, πριν από λίγες ημέρες στα 91 της. Στις πέντε και πλέον δεκαετίες που μεσολάβησαν, πάντα μιλούσε για εκείνον. Και όταν ο χρόνος άμβλυνε τις δυσάρεστες αναμνήσεις και τα πικρά λόγια, παραδεχόταν ότι ήταν λάθος ο χωρισμός τους.
Αποτελούσαν ένα από τα πιο εκλεκτά ντουέτα του ελληνικού τραγουδιού, «ήταν μια επανάσταση το ντουέτο μας για τα μπουζούκια», επέμενε να λέει η Λίντα. «Είναι φυσικό να μιλάω για τον Χιώτη, του χρωστάω πολλά», απάντησε στην ερώτησή μου το 2013 όταν παρατήρησα ότι από τους τρεις γάμους της, με καλά λόγια μιλάει μόνο για τον πρώτο.
Οι εμφανίσεις με τον Χιώτη ήταν εξαντλητικά καλοσχεδιασμένες. Τελειομανής καθώς ήταν ο συνθέτης, σχεδίαζε όχι μόνο τα τραγούδια, αλλά και όλη την παρουσία τους. Οπου και αν εμφανίζονταν, γέμιζαν οι αίθουσες με «καλό κόσμο», κάτι που επίσης θύμιζε δείχνοντας ότι δεν της άρεσαν τα βαριά λαϊκά ούτε τα ανάλογα μαγαζιά.
Δεν ήταν πάντα ομιλητική στις συνεντεύξεις της. Ξανοιγόταν κυρίως όταν θυμόταν τα χρόνια της ευτυχίας. Οταν στην Αμερική τραγούδησαν στον Λευκό Οίκο. «Ο Λίντον Τζόνσον μας έδωσε την πράσινη κάρτα». Οταν ακόμη ο Αριστοτέλης Ωνάσης γέμιζε το μπουζούκι του Χιώτη με χιλιάρικα στη «Σπηλιά» ή τότε που η Μαρία Κάλλας την αποκαλούσε «αηδονάκι» επειδή ήταν μινιόν και είχε γάργαρη φωνή. Της ζητούσε πάντα να της τραγουδήσει το «Γκαρσόνι» χωρίς μικρόφωνο. Θαύμαζε την απόμακρη ομορφιά της Γκρέις Κέλι που πήγε με τον Ρενιέ να την ακούσουν και καμάρωνε για τη φωτογραφία που είχε με τη Μία Φάροου, «μοντέρνα κοντοκουρεμένες και οι δυο μας».
Στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’50-’60, το ντουέτο Λίντα – Χιώτης προσέφερε μια λάμψη αισιοδοξίας που προσδοκούσαν οι περισσότεροι μετά τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ολοι ήθελαν να δουν από κοντά τον «αριστοκράτη του μπουζουκιού» και την μπριόζα τραγουδίστρια στο πλευρό του, πώς έσμιγαν τον λαϊκό ήχο με τη λατινοαμερικανική σπιρτάδα, πώς εκείνη τραγουδούσε κάνοντας ταυτόχρονα μικρά κοφτά βήματα. Ολοι, εκτός από τους παλιούς σκληροπυρηνικούς συνοδοιπόρους του συνθέτη που δεν συμφωνούσαν με τις μουσικές αλλαγές του. Για πολλούς ήταν «αποστάτης».
Οι συνομήλικοι ηθοποιοί και οι χορευτές από τα μπαλέτα των θεάτρων, όταν έσβηναν οι μαρκίζες, ξέδιναν στα μαγαζιά όπου εμφανιζόταν το ζευγάρι, εκεί που αντάμωνε απενοχοποιημένα ο ήχος του σουίνγκ με το λαϊκό, ο λαός με το Κολωνάκι.
«Από επτά ετών εργάζομαι – ήμασταν μεγάλη οικογένεια με ανάγκες». Ο πατέρας της ήταν φούρναρης, αλλά αρρώστησε από την ασθένεια των δυτών. «Μου έπεσε το βάρος, ήμασταν βλέπετε πολλά παιδιά, αλλά το ήθελα. Κεφάτη κι έξω καρδιά, από παιδάκι μου άρεσε να τραγουδάω. Στα οικογενειακά γλέντια έλεγαν “βάλτε τη Μαιρούλα να τραγουδήσει”».
Από τον Λάσκο, στον Χιώτη
Επεισε τους γονείς της να την πάνε στην υπαίθρια αίθουσα – βαριετέ που λειτούργησε ο σκηνοθέτης – ποιητής Ορέστης Λάσκος έως το 1951 κοντά στον σταθμό Λαρίσης. Στον διαγωνισμό ξεχώρισε τραγουδώντας μια επιτυχία του Γ. Μητσάκη και εκείνο το βράδυ ο Λάσκος βάφτισε τη Μαρία Δημητροπούλου, Μαίρη Λίντα.
«Στη ζωή έκανα πολλά χιλιόμετρα στο πάλκο. Δύσκολοι καιροί, αλλά η μητέρα με ακολουθούσε παντού. Με είχε από κοντά, γιατί πήγαινα στη σχολή Μοριάνωβ, έκανα χορό, μάθαινα. Οταν βγήκα να τραγουδήσω ήμουν έτοιμη. Είχα τη σκηνή στην ψυχή μου», μου είχε πει μεταξύ άλλων στις τελευταίες συνεντεύξεις μας το 2013 και το 2016. Γνώρισε τον Χιώτη όταν πήγε να εργαστεί στο Pigal’s, όπου ήταν μαέστρος. «Εκεί γνωριστήκαμε, εγώ παιδάκι, εκείνος μεγάλος». Τη θάμπωσε το καμηλό παλτό και το βλέμμα του. «Ηταν η εποχή που παντρεύτηκε τη Ζωή Νάχη και έκανε τα δυο παιδιά». Εσμιξαν, όμως, αργότερα.
Στη ζωή έκανα πολλά χιλιόμετρα στο πάλκο. Δύσκολοι καιροί, αλλά η μητέρα με ακολουθούσε παντού. Με είχε από κοντά, γιατί πήγαινα στη σχολή Μοριάνωβ, έκανα χορό, μάθαινα. Οταν βγήκα να τραγουδήσω, ήμουν έτοιμη. Είχα τη σκηνή στην ψυχή μου.
Αν και παντρεμένος με τη Νάχη, όταν έμπαινε στο καμαρίνι της, της έλεγε γελώντας πως όταν το μπόι της φτάσει μέχρι το στήθος του, θα την παντρευτεί. Εκείνη ήταν ήδη τσιμπημένη μαζί του. Ενα βράδυ στο μπαράκι του Μάριου στην οδό Ιωνος 8 όπου μαζεύονταν οι μουσικοί, της ανακοίνωσε ότι χώρισε και αργότερα στο κέντρο «Κομπαρσίτα» της είπε: «Από απόψε μπορώ να είμαι δικός σου και καμιάς άλλης». Τη ζήτησε αμέσως από τον πατέρα της. Οπως είχε πει η ίδια (2018, Lifo), παντρεύτηκαν με ειδική άδεια επειδή ήταν ανήλικη. Ο γάμος κράτησε μέχρι το 1966.
«Ταιριάζαμε πολύ», είπε στην «Κ». «Ο ένας άκουγε τον άλλον. “Πώς το έκανες, κουτσούνα μου, αυτό, ξαναπές το”, μου έλεγε συχνά. Σχεδιάζαμε κάθε βήμα. Εγώ ραβόμουν στον Μαυρόπουλο, τον καλύτερο μόδιστρο της Αθήνας τότε. Τα φουστάνια μου είχαν… μιληθεί. Πήγαιναν οι κυρίες και ζητούσαν να τους ράψει σαν αυτό που φορούσα. Ο Μανώλης ραβόταν στον Θανασάκη. “Θανασό” που λέγανε. Τα κοστούμια του ήταν ένα κι ένα. Σχεδόν όλα μας τα λεφτά εκεί τα τρώγαμε. Σεβόμασταν το κοινό. Οι κυρίες που έρχονταν στο μαγαζί ήταν τέλειες. Πώς να ήμουν εγώ κουρελού;».
Το τελευταίο «αντίο» στη Μαίρη Λίντα
Στην Αμερική το ζευγάρι πήγε το 1964 για δεύτερη φορά και έμειναν τέσσερα χρόνια. Εκείνη πικράθηκε για το χρυσό βραχιόλι δώρο στη γιορτή της, το οποίο της ζήτησε να του το επιστρέψει σαν καβγάδισαν, λέγοντάς της ότι το προόριζε για την κόρη του. «Ας μην τη θυμίσουμε την ιστορία, δεν είναι ευχάριστο», έκοψε τη συζήτησή μας το 2013 για να προσθέσει: «Πάντως αυτός ήταν ο χωρισμός μας, μια κακή στιγμή. Αν είχα τη σημερινή εμπειρία, δεν θα το έκανα».
Ταιριάζαμε πολύ. Ο ένας άκουγε τον άλλον. «Πώς το έκανες, κουτσούνα μου, αυτό, ξαναπές το», μου έλεγε. Σχεδιάζαμε κάθε βήμα. Εγώ ραβόμουν στον Μαυρόπουλο, τον καλύτερο μόδιστρο της Αθήνας τότε. Ο Μανώλης ραβόταν στον Θανασάκη. Τα κοστούμια του ήταν ένα κι ένα.
Στον Χιώτη η Λίντα θαύμαζε το ταλέντο, τη φινέτσα του, τη χημεία τους, τη νοικοκυροσύνη του, ότι δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει τη «χαρτούρα» – τη μοίραζε στους μουσικούς του. Πάνω απ’ όλα ότι «όλα τα τραγούδια τότε τα έγραφε για μένα».
«Τον πλήγωσε»
Ο ρεμπέτης Μιχάλης Γενίτσαρης, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο που έγραψε ο Αντώνης Κασίτας για τον Μ. Χιώτη «Ο μάγκας που έβαλε κολόνια στο τραγούδι», εκδ. ΚΨΜ, επιρρίπτει τις ευθύνες σε εκείνη για τον χωρισμό τους: «Ο Χιώτης δεν πληγώθηκε από τον κόσμο, από γυναίκα πιο πολύ πληγώθηκε».
Η επιστροφή στην Ελλάδα ήταν δύσκολη και για τους δυο. Εκείνος παντρεύτηκε την Μπέμπα Κυριακίδου, αλλά κανείς τους δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στις αλλαγές που έγιναν στη νύχτα. Στο βιβλίο «Αρχισαν τα όργανα» (εκδ. Αμμος), του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, η Λίντα είχε επισημάνει πολλά, κυρίως ότι η αξία του καλλιτέχνη πια «μετριόταν με τα πιάτα ή με τις σαμπάνιες». Στις συζητήσεις για το ποια τραγουδίστρια σηκώθηκε πρώτη από την καρέκλα, ήταν κατηγορηματική: «Η Νίνου και εγώ σηκωθήκαμε πρώτες και μετά η Δούκισσα και η Μαρινέλλα». «Για μένα η καρέκλα του πάλκου είχε καρφιά».
Από τον δεύτερο γάμο απέκτησε τη μονάκριβή της, όπως καμάρωνε για την κόρη της, Εύη Θεοχάρη. Εντύπωση προκάλεσε ότι η Μαίρη Λίντα πριν από λίγα χρόνια μίλησε για την κακοποίηση που έζησε σε εκείνο τον γάμο. «Ξύλο καθημερινά», ενώ για τον τρίτο της σύζυγο είπε πως ήταν γλυκός άνθρωπος, αλλά «για όλες τις γυναίκες, όχι μία».
Τι είπαν
«Ο Χιώτης στενοχωρήθηκε γιατί πολλές φορές προτίμησα τον Μπιθικώτση από τη Μαίρη Λίντα», έχει πει ο Μίκης Θεοδωράκης στον Παναγιώτη Κουνάδη, αναφέροντας ότι τα «Επιφάνια» του Σεφέρη επρόκειτο να τα ερμηνεύσει εκείνη. Ηταν όλα έτοιμα, «και λέω “παιδιά, θέλω τον Μπιθικώτση”. “Μα είναι δυνατόν, είναι δυνατόν;”. Και να κλαίει η Λίντα και να κλαίει ο Χιώτης. Επρεπε να κάνω τεράστια θυσία για να το πει. Και αν θα δεις, δεν παίζει καλά ο Χιώτης», είχε πει στον σπουδαίο ερευνητή ο κορυφαίος συνθέτης.
Ο Θεοδωράκης όμως θαύμαζε τη φωνή της. Στο βιβλίο του «Μελοποιημένη ποίηση» τονίζει ότι κανείς δεν τραγούδησε το «Ροδόσταμο» όπως εκείνη, στον κύκλο «Αρχιπέλαγος». Εκείνη πάλι, όταν μιλούσε για τη συνεργασία τους με τον Θεοδωράκη, θύμιζε την τρίτη εκτέλεση του «Επιταφίου», αλλά και την υπέροχη «Απαγωγή» του συνθέτη, που της χάρισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού το 1961.
Η Μαίρη Λίντα με τον Μανώλη Χιώτη στο στούντιο. Οι δυο τους αποτέλεσαν κορυφαίο καλλιτεχνικό ζευγάρι, που ουσιαστικά υπήρξε μια κατηγορία μόνο του, με ξεχωριστό ρεπερτόριο, μοναδικές για την εποχή ενορχηστρώσεις, αλλά και συνεργασίες με κορυφαίους συνθέτες. Παντρεύτηκαν το 1959, με κουμπάρα τη Ρένα Βλαχοπούλου, και έζησαν μαζί μέχρι το 1966. (Φωτογραφία: ΑΡΧΕΙΥ ΤΑΚΗ ΠΑΝΑΝΙΔΗ)
Η αγαπημένη ερμηνεύτρια συχνά αναφερόταν στο ανθρώπινο πρόσωπο του μέντορά της. Πώς στάθηκε, για παράδειγμα, στον Γιώργο Ζαμπέτα όταν πήγε και εκείνος στην Αμερική. Ο ίδιος ο Ζαμπέτας είχε πει στην Ιωάννα Κλειάσιου που έγραψε τη βιογραφία του «…και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου» (εκδ. Ντέφι) ότι τότε ο Χιώτης τον προειδοποίησε για τους ανθρώπους της νύχτας στην Αμερική. Φεύγοντας, μάλιστα, του άφησε όλο το νοικοκυριό που έστησαν με τη Μαίρη Λίντα. Και όταν έφτασε στην Ελλάδα, πήγε στο Αιγάλεω, βρήκε τη Ρούλα Ζαμπέτα και τα παιδιά τους, τους έδωσε παιχνίδια και χρήματα που τάχα έστειλε ο πατέρας τους για όλους. Για ανάμνηση κρατώ ένα βράδυ στα «Εννέα Ογδοα» της δεκαετίας του ’90, με τον Διονύση Σαββόπουλο να τη θαυμάζει στα πρώτα τραπέζια και μια άλλη, πιο γήινη εικόνα στο τέλος της δεκαετίας που ακολούθησε. Οταν δέχτηκε ένα ανεπίσημο κάλεσμα των Imam Baildi σε ένα κλαμπ της Αθήνας που δεν είχε καμία σχέση με τις λαμπερές αίθουσες των χρόνων του Χιώτη. Βγήκε αγέρωχα ανάμεσα σε 25άρηδες που δεν τη γνώριζαν, τραγουδώντας «πειραγμένες» επιτυχίες της που δοκιμάζονταν σε πιο έντονες ρυθμικές βάσεις.(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Γιώτα Συκκά 27.07.2026 )