

Για την έξαρση της ακρίβειας στην αγορά των καυσίμων, τις σοβαρές επιπτώσεις στις παραμεθόριες περιοχές, αλλά και τις δυσοίωνες προοπτικές για το πετρέλαιο θέρμανσης μίλησε ο πρόεδρος του Σωματείου Βενζινοπωλών νομού Ροδόπης, Χρήστος Ταπατζάς, στο πλαίσιο της έρευνας για την ακρίβεια του ραδιοσταθμού Παραπολιτικά 90,1 και την εκπομπή «Πρώτο πρωινό» με τον δημοσιογράφο Αλέξανδρο Κλώσσα.
“Καμπανάκι” από τη Ροδόπη για τον ΕΦΚ, τη “φυγή” στη Βουλγαρία και το ακριβό πετρέλαιο θέρμανσης
Όπως επεσήμανε ο κ. Ταπατζάς, «Ο Σεπτέμβριος ήταν ένα μήνας πολύ κακός για την αγορά καυσίμων και γιατί μπαίνουν άλλες προτεραιότητες στα νοικοκυριά αλλά είχαμε και τη μεγάλη αυτή αύξηση των τιμών που ήρθε και φρέναρε τη δουλειά μας. Δεν είναι καθόλου καλή η κατάσταση. Θα έπρεπε η πολιτεία να δει πολύ πιο σοβαρά το θέμα του ειδικού φόρου κατανάλωσης κάτι το οποίο εμείς εδώ στην περιοχή ο φωνάζουμε εδώ και δέκα χρόνια γιατί εμείς εδώ έχουμε το πρόβλημα με την Βουλγαρία και ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτή η διαφορά του ειδικού φόρου κατανάλωσης».
Ειδικότερα, η διαφορά στην τιμή της βενζίνης και του υγραερίου μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας φτάνει τα 40 με 45 λεπτά το λίτρο, με αποτέλεσμα πολλοί καταναλωτές να περνούν τα σύνορα για να ανεφοδιαστούν. Ο κ. Ταπατζάς σημείωσε πως, «Κάθε είδους επιδότηση, κάθε είδους έκπτωση είναι καλοδεχούμενη αλλά επιδοτούμενο καύσιμο και να κάνει 2,20 η βενζίνη είναι πανάκριβη, δεν μπορεί το ελληνικό νοικοκυριό πλέον να βαστάξει με αυτές τις τιμές και να μετακινηθεί ελεύθερα και για αυτό βλέπουμε ότι ο κόσμος κάνει μόνο τις απαραίτητες μετακινήσεις».
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η εικόνα στο πετρέλαιο θέρμανσης. Ειδικότερα, ο κ. Ταπατζάς ανέφερε πως: «Το 1,75€ το λίτρο το πετρέλαιο θέρμανσης είναι ακριβό. Δεν υπάρχουν καθόλου προπαραγγελίες, ο κόσμος με αυτές τις τιμές είναι δύσκολο να ψωνίσει. Οι μονοκατοικίες για να ζεσταθούν θέλουν 2 με 2,5 τόνους πετρέλαιο, θέλουν δηλαδή γύρω στις 4.000€ είναι πάρα πολύ μεγάλο το ποσό. Ο κόσμος ζορίζεται πολύ πλέον, τα τελευταία τρία χρόνια το έχει δείξει αυτό γιατί οι παραγγελίες έχουν μειωθεί κατά πολύ σε ποσότητες».