

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΣΠΥΡΟΥ ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΥ
Οι ευρωπαϊκές οικονομίες λειτουργούν σε ένα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον. Η διακοπή των μεταφορών μέσω των Στενών του Ορμουζ έχει ήδη ωθήσει υψηλότερα τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας.
Οι διεθνείς αγορές είναι αυτές που τελικά διαμορφώνουν το κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Φουσκώνουν τους λογαριασμούς του ρεύματος, ακριβαίνουν τις μεταφορές και τα τρόφιμα, αυξάνουν τις δαπάνες των επιχειρήσεων. Για τους πολίτες οι πιέσεις αυτές ανεβάζουν το κόστος ζωής. Για τις επιχειρήσεις, ιδίως εκείνες με σημαντικές ενεργειακές ανάγκες, μπορούν να διαβρώσουν την ανταγωνιστικότητα τους και να περιορίσουν τις επενδύσεις.
Σε ευρύτερο οικονομικό επίπεδο αυτοί οι κραδασμοί μπορούν να επιβραδύνουν την ανάπτυξη.
Η μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων παραμένει πρωταρχικός στόχος. Η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής, η οργάνωση των δικτύων και η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας , η απλοποίηση των αδειοδοτήσεων και η βελτίωση των διασυνοριακών συνδέσεων θα μειώνει την έκθεση στις διακυμάνσεις των αγορών και θα στήριζαν την ανταγωνιστικότητα.
Η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει σημαντική ανθεκτικότητα παρά το δυσμενέστερο παγκόσμιο περιβάλλον. Η ανάπτυξη είναι ισχυρή από το 2020 και ξεπερνά κάθε χρόνο αυτή της ευρωζώνης. Οι επενδύσεις έχουν ενισχυθεί χάρη στις εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης στους υγιέστερους ισολογισμούς των τραπεζών και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Η απασχόληση αυξάνεται, με το ποσοστό ανεργίας να μειώνεται στο 8,5%, ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα από το 2008. Τα δημόσια οικονομικά έχουν επίσης βελτιωθεί σημαντικά, καθώς το δημόσιο χρέος μειώθηκε από το 209% του ΑΕΠ το 2020 σε 154% το 2024.
Οι αυξημένες τιμές και η άνοδος των πωλήσεων στην ελληνική οικονομία αποτέλεσαν βασικό μοχλό ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων το 2025 (κυρίως τον Φ.Π.Α) με το συνολικό τους ύψος να αυξάνεται κατά 26,8 δις ευρώ σε σύγκριση με το 2024.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, η πλειονότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων κινήθηκε ανοδικά καθώς 79 από τους 887 κλάδους κατέγραψαν αύξηση πωλήσεων, ενώ μόλις οκτώ παρουσίασαν πτώση.
Ιδιαίτερη ώθηση καταγράφηκε στον κλάδο των κατασκευών κτιρίων, ο οποίος σημείωσε την μεγαλύτερη αύξηση σε απόλυτα μεγέθη, με άνοδο 19,7% ή 11 δις ευρώ σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Σημαντική ήταν επίσης η ενίσχυση των εξειδικευμένων κατασκευαστικών δραστηριοτήτων (14%), των υπηρεσιών πληροφορικής (13,5%) της παραγωγής βασικών μετάλλων (11,9%) και της εστίασης (11,6%) επιβεβαιώνοντας την ευρεία διάχυση της ανάπτυξης σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας. Παράλληλα, οι δραστηριότητες που συνδέονται με τον τουρισμό, όπως τα καταλύματα και η εστίαση, συνέχισαν να καταγράφουν ισχυρές επενδύσεις.
Η ετήσια οικονομική ενίσχυση που καταβάλλεται κάθε Νοέμβριο σε συνταξιούχους αυξάνεται από 250 ευρώ σε 300 ευρώ καθαρά με σημαντική διεύρυνση των εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων, καλύπτοντας περίπου το 85% των συνταξιούχων ηλικίας άνω των 65 ετών.
Συνολικά, αυτές οι εξελίξεις δείχνουν πόσο έχει αλλάξει η Ελλάδα από τα χρόνια της κρίσης του 2010 και την επακόλουθη περίοδο οικονομικής επιτήρησης. Η οικονομία είναι καλύτερα προετοιμασμένη να απορροφήσει εξωτερικούς κραδασμούς, οι τράπεζες πιο υγιείς, το δημόσιο χρέος μειώνεται σταθερά και η μεταρρυθμιστική ατζέντα έχει βοηθήσει στον εκσυγχρονισμό βασικών τμημάτων της οικονομίας. Ενώ το παγκόσμιο περιβάλλον είναι δύσκολο, η Ελλάδα εισέρχεται σε αυτήν την περίοδο από μια θέση βελτιωμένης σταθερότητας. Η συνεχής δέσμευση για μεταρρυθμίσεις που υποστηρίζουν την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, και τα υγιή δημόσια οικονομικά θα είναι το κλειδί για την διατήρηση αυτής της προόδου και τη διασφάλιση διαρκούς και βιώσιμης ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Είναι σημαντικό ότι η ελληνική οικονομία είναι πλέον ανθεκτική.