

-Aπό 14/10 έως 30/11/2026
Ο διακεκριμένος Καρδιτσιώτης ζωγράφος Γιάννης Αντωνόπουλος εκθέτει την τελευταία του δουλειά στην Galerie “f”, από 14/10 έως 30/11/2026. Ο Καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Δυτικής Τέχνης στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Δ.Π.Θ. γράφει:
“Βράχοι, δέντρα, νερά και σπίτια αναδύονται στη ζωγραφική επιφάνεια μέσα από πυκνές επιστρώσεις χρώματος, αυλακώσεις, λεπτές γραμμές και επάλληλες πινελιές. Μια σκοτεινή κηλίδα βαραίνει όσο μια πέτρα, μια κατακόρυφη χειρονομία γίνεται κορμός, ένας γαλαζοπράσινος διάδρομος υποβάλλει τη ροή του ποταμού. Η φύση εμφανίζεται άλλοτε ως ανοιχτός ορίζοντας και άλλοτε ως πυκνός, περίκλειστος χώρος. Βραχώδεις όγκοι υψώνονται πάνω από στενά περάσματα νερού, οι κορμοί και οι διακλαδώσεις των δέντρων οργανώνουν το βάθος, οι πλαγιές αγκαλιάζουν τη βλάστηση και τα μικρά κτίσματα. Αυτή η τοπιογραφική ποικιλία αποκτά συνοχή μέσα από τον ρυθμό των χρωματικών μαζών.
Εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, ο Γιάννης Αντωνόπουλος έχει διαμορφώσει ένα προσωπικό ζωγραφικό ιδίωμα που θα μπορούσε να ονομαστεί αφαιρετικός γκρίζος εξπρεσιονισμός. Η ζωγραφική του, άλλοτε εννοιολογική και μινιμαλιστική, άλλοτε περιγραφική και ρομαντική, κινείται ανάμεσα στην αναγνωρίσιμη μορφή και την αφαιρετική τη διάλυση, στην ελεύθερη πινελιά και στη σημειολογία της εικόνας. Το γκρίζο είναι ο συνδετικός ιστός αυτής της ζωγραφικής. Συγκρατεί την ένταση της χειρονομίας, ενοποιεί τις χρωματικές αντιθέσεις και διαβαθμίζει την ευκρίνεια των μορφών, αφήνοντας την εικόνα ανοιχτή σε διαφορετικές αναγνώσεις.
Ήδη στο κείμενο «Ασκήσεις Μνήμης του Γιάννη Αντωνόπουλου», για τον κατάλογο της ατομικής του έκθεσης στην γκαλερί Γιάννας Γραμματοπούλου το 2006, έθετα το ενδεχόμενο η ζωγραφική να λειτουργεί ως «γέφυρα ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μνήμη». Παρακολουθώντας τη διαδρομή του από τον γκρίζο εσωστρεφή εξπρεσιονισμό της δεκαετίας του ’80 στις «Γραφές» και στη ρομαντική τοπιογραφία, σημείωνα επίσης: «Αυτές οι μικρόσχημες τοπιογραφίες εμπεριέχουν την αίσθηση της ιστορικότητας».
Είκοσι χρόνια μετά, στις τοπιογραφίες του 2026, η σχέση χειρονομίας και μνήμης παραμένει ενεργή. Η μνήμη, που στις «Γραφές» συνδεόταν με τα ίχνη της ανθρώπινης ιστορίας, εγγράφεται στο τοπίο μέσα από τη συνύπαρξη του φυσικού και του κτισμένου. Οι βράχοι, τα δέντρα, τα νερά και τα σπίτια συγκροτούν έναν τόπο όπου η εμπειρία της θέασης συναντιέται με την αίσθηση της διάρκειας. Η ένταση της πινελιάς αποτυπώνεται στην τραχύτητα των βράχων, στη πυκνότητα της βλάστησης και στις χρωματικές διαδρομές του νερού. Μέσα στα γκρίζα αναπτύσσονται κυανοί, πράσινοι και καστανοί τόνοι, ενώ μικρές κόκκινες πινελιές λειτουργούν ως χρωματικοί τονισμοί. Η ζωγραφική πάστα, άλλοτε πυκνή και ανάγλυφη και άλλοτε απλωμένη σε λεπτές στρώσεις, συνδέει και μεταμορφώνει τα επιμέρους στοιχεία. Η πέτρα, ο κορμός και ο τοίχος ενός σπιτιού αποκτούν συγγενείς υφές, σαν να φέρουν τα ίχνη της ίδιας φθοράς και της ίδιας διάρκειας.
Αυτή η υλική συγγένεια μας επιτρέπει μια φιλοσοφική και οικολογική ανάγνωση των έργων του, στην οποία διαφαίνεται ένας προσωπικός προβληματισμός γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον. Τα κτίσματα εντάσσονται στη βλάστηση και στο βραχώδες έδαφος, συνδέοντας τα ίχνη της κατοίκησης με τις μορφές της φύσης. Η απουσία ανθρώπινων μορφών στρέφει την προσοχή σε αυτή τη συνύπαρξη και στη μεταβολή που διαπερνά το φυσικό και το κτισμένο. Μέσα από τη χειρονομιακή επεξεργασία της ύλης ανακύπτει έτσι το ερώτημα πώς βιώνουμε και πώς κατοικούμε έναν κόσμο του οποίου αποτελούμε μέρος. Στις τοπιογραφίες του 2026 που παρουσιάζονται στην γκαλερί Φατρία, ο Γιάννης Αντωνόπουλος επανέρχεται στη δυνατότητα της ζωγραφικής να συγκρατεί τη στιγμή. Της δίνεται το βάρος της ύλης και την αφήνει να διαρκέσει μέσα στο βλέμμα.”
Γιάννης Κολοκοτρώνης
Καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Δυτικής Τέχνης
Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Δ.Π.Θ.