

Κάποτε ήταν η εύκολη απάντηση στην πείνα και στα λίγα χρήματα που είχαν απομείνει στην τσέπη. Δύο ευρώ, ένα τυλιχτό στο χέρι και το θέμα του φαγητού είχε λυθεί. Το σουβλάκι δεν έγινε τυχαία ένα από τα πιο αγαπημένα φαγητά των Ελλήνων. Εκτός από γρήγορο και χορταστικό, ήταν για δεκαετίες συνώνυμο της πιο value for money επιλογής. Η ακρίβεια, όμως, κατάφερε να χτυπήσει και αυτό το τελευταίο… οχυρό.
Πώς το φθηνό σουβλάκι έγινε έδεσμα “φαρμάκι”: Δέχθηκε το “χτύπημα” της ακρίβειας
Το πιτόγυρο των 2 ευρώ έχει περάσει πια στη… σφαίρα της ανάμνησης και στην Αθήνα του 2026 χρειάζεται κανείς, στις περισσότερες περιπτώσεις, τουλάχιστον δύο δίευρα για ένα τυλιχτό, ενώ σε αρκετές γειτονιές ούτε αυτά αρκούν. Η τιμή έχει σκαρφαλώσει στα 4,30, 4,40 ή 4,60 ευρώ, ενώ δεν λείπουν και περιπτώσεις που πλησιάζει τα 5 ευρώ.
Μια καταγραφή των σημερινών τιμών σε έντεκα περιοχές της Αθήνας δείχνει ότι το τετράευρο έχει πλέον εδραιωθεί ως η νέα βάση για το άλλοτε φθηνότερο γεύμα της πόλης. Η καταγραφή των τιμών σε διαφορετικές γειτονιές της Αθήνας αποτυπώνει μια αγορά με σημαντικές αποκλίσεις. Για να υπάρχει κοινό μέτρο σύγκρισης, το προϊόν που εξετάζεται είναι το κλασικό τυλιχτό με χοιρινό γύρο.
Μεγάλη απόκλιση
Στο Παγκράτι, το πιτόγυρο βρίσκεται στα 4,20 ευρώ. Σε τρία διαφορετικά καταστήματα της περιοχής που εξετάσαμε η τιμή ήταν ακριβώς ίδια, γεγονός που δείχνει ότι τα 4,20 ευρώ φαίνεται να έχουν διαμορφωθεί ως ένα κοινό επίπεδο τιμής στην περιοχή. Η τιμή αυτή αφορά το τυλιχτό στο χέρι – για όποιον ήθελε να καθίσει στο κατάστημα, ο λογαριασμός ανέβαινε ακόμα περισσότερο.
Σε μία από τις περιπτώσεις, η τιμή ήταν περίπου 30 λεπτά υψηλότερη ανά τυλιχτό για καθήμενους πελάτες. Ετσι, δύο πιτόγυρα των 4,20 ευρώ, που στο χέρι κοστίζουν συνολικά 8,40 ευρώ, μπορούσαν στο τραπέζι να φτάσουν στα 9 ευρώ.
Στο Κολωνάκι η εικόνα δεν είναι ενιαία. Το χοιρινό πιτόγυρο συναντάται γύρω στα 4,20 ευρώ, όμως σε άλλες περιπτώσεις η τιμή ανεβαίνει στα 4,50 ευρώ και φτάνει ακόμα και τα 4,60 ευρώ. Η καθόλου αμελητέα διαφορά των 40 λεπτών μέσα στην ίδια γειτονιά δείχνει ότι ακόμα και σε μία από τις ακριβότερες περιοχές της Αθήνας υπάρχει περιθώριο σημαντικής απόκλισης από κατάστημα σε κατάστημα.
Στο Μοναστηράκι, στην καρδιά του τουρισμού της χώρας, το πιτόγυρο καταγράφεται στα 4,10-4,20 ευρώ. Η τιμή έχει ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή βρίσκεται χαμηλότερα από εκείνη που συναντάμε σε αρκετές περιοχές εκτός του ιστορικού κέντρου.
Στην άλλη πλευρά της κλίμακας βρίσκονται οι Αμπελόκηποι. Εκεί εντοπίζεται τυλιχτό με χοιρινό γύρο στα 3,60 ευρώ, η χαμηλότερη τιμή της συγκεκριμένης καταγραφής. Στου Ζωγράφου βρίσκει κανείς ακόμη πιτόγυρο κάτω από το όριο των 4 ευρώ, στα 3,80 ευρώ, η εικόνα όμως αλλάζει από κατάστημα σε κατάστημα, καθώς σε άλλες περιπτώσεις η τιμή ανεβαίνει στα 4,10 και φτάνει έως τα 4,30 ευρώ.
Στη Νέα Σμύρνη το χοιρινό πιτόγυρο κοστίζει 4,20 ευρώ, όσο και στην Καλλιθέα. Στην Αγία Παρασκευή ανεβαίνει στα 4,40 ευρώ. Στο Κουκάκι συναντάται επίσης γύρω στα 4,40 ευρώ, ενώ στο Χαλάνδρι η εικόνα παρουσιάζει μεγαλύτερες αποκλίσεις, με τιμές που μπορούν να ξεκινούν χαμηλότερα και να φτάνουν περίπου στα 4,20 ευρώ. Η πιο εντυπωσιακή τιμή της καταγραφής βρίσκεται στην περιοχή της Ακρόπολης, όπου το τυλιχτό με χοιρινό γύρο φτάνει τα 4,90 ευρώ, μια ανάσα δηλαδή από το πεντάευρο.
Η σύγκριση ανάμεσα στα δύο άκρα της καταγραφής είναι χαρακτηριστική και δείχνει πόσο διαφορετικά μπορεί να τιμολογείται το ίδιο καθημερινό προϊόν μέσα στην ίδια πόλη. Από τα 3,60 ευρώ, που συναντά κανείς στους Αμπελοκήπους, μέχρι τα 4,90 ευρώ, στην περιοχή της Ακρόπολης, η απόσταση φτάνει το 1,30 ευρώ, δηλαδή περίπου το 36%. Με άλλα λόγια, ένα πιτόγυρο στην ακριβότερη περίπτωση της έρευνας κοστίζει περισσότερο από ένα τρίτο πάνω σε σχέση με τη φθηνότερη. Η διαφορά μπορεί να μοιάζει μικρή όταν αφορά μόνο μία πίτα, γίνεται όμως πολύ πιο αισθητή όταν η παραγγελία αφορά δύο, τρία ή τέσσερα άτομα και έρχεται να προστεθεί σε έναν οικογενειακό προϋπολογισμό που ήδη πιέζεται από τις ανατιμήσεις.
Η… γεωγραφία του πιτόγυρου
Αν βάλει κανείς τις τιμές τη μία δίπλα στην άλλη, σχηματίζεται ένας μικρός χάρτης της ακρίβειας στην Αθήνα. Αμπελόκηποι 3,60 ευρώ. Ζωγράφου 3,80 ευρώ. Μοναστηράκι 4,10 ευρώ. Παγκράτι, Νέα Σμύρνη και Καλλιθέα 4,20 ευρώ. Αγία Παρασκευή και Κουκάκι περίπου 4,40 ευρώ. Κολωνάκι 4,50 ευρώ. Ακρόπολη 4,90 ευρώ.
Οι διαφορές αυτές δείχνουν ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει μία ενιαία «τιμή Αθήνας» για το σουβλάκι, καθώς το κόστος μεταβάλλεται ανάλογα με την περιοχή, το κατάστημα, τα λειτουργικά έξοδα και την εμπορική πολιτική κάθε επιχείρησης, με αποτέλεσμα ακόμα και μέσα στην ίδια γειτονιά να συναντώνται σημαντικές αποκλίσεις. Παρ’ όλα αυτά, ένα κοινό χαρακτηριστικό αρχίζει να διακρίνεται όλο και πιο καθαρά, καθώς οι τιμές κάτω από τα 4 ευρώ γίνονται αισθητά δυσκολότερο να βρεθούν, την ώρα που τα 4,20 και τα 4,40 ευρώ έχουν πάψει πλέον να αποτελούν ακραίες περιπτώσεις.
Όταν το δεκάευρο έφτανε για πέντε
Η απόσταση από το παρελθόν κάνει την εικόνα ακόμα πιο καθαρή. Το 2021 η μέση τιμή για ένα τυλιχτό στην Ελλάδα υπολογιζόταν στα 2,50 ευρώ. Τον Ιούνιο του 2022 είχε ήδη ανέβει στα 3,50 ευρώ, μια αύξηση 40% μέσα σε έναν χρόνο. Στην Αθήνα την ίδια περίοδο η μέση τιμή είχε καταγραφεί στα 3,28 ευρώ. Ηδη από την άνοιξη του 2022 οι επαγγελματίες της εστίασης μιλούσαν για αυξήσεις στις πρώτες ύλες, στο ηλιέλαιο, στα υλικά συσκευασίας και κυρίως στην ενέργεια. Τότε το τυλιχτό στα περισσότερα ψητοπωλεία της Αττικής κινούνταν γύρω στα 3,20 με 3,30 ευρώ και η προοπτική να φτάσει τα 4 ευρώ αντιμετωπιζόταν ως το επόμενο δυσάρεστο ορόσημο.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το όριο εκείνο έχει ξεπεραστεί σε μεγάλο μέρος της αγοράς. Η σύγκριση είναι ακόμα πιο έντονη, αν επιστρέψει κανείς στην εποχή που ένα τυλιχτό κόστιζε γύρω στα 2 ευρώ. Στην Ακρόπολη, με σημερινή τιμή 4,90 ευρώ, η διαφορά σε σχέση με ένα πιτόγυρο των 2 ευρώ φτάνει το 145%. Ακόμα και στην οικονομικότερη περίπτωση της καταγραφής, τα 3,60 ευρώ των Αμπελοκήπων αντιστοιχούν σε αύξηση 80%. Το δεκάευρο είναι ίσως ο πιο απλός τρόπος να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της αλλαγής, αφού την εποχή που το τυλιχτό κόστιζε 2 ευρώ αρκούσε για πέντε, ενώ σήμερα, με τιμή 4,20 ευρώ, φτάνει μόλις για δύο και αφήνει ρέστα 1,60 ευρώ. Αν μάλιστα η σύγκριση γίνει με την τιμή των 4,90 ευρώ, που καταγράφηκε στην περιοχή της Ακρόπολης, δύο πιτόγυρα αρκούν για να εξαντλήσουν σχεδόν ολόκληρο το δεκάευρο, αφήνοντας στην τσέπη μόλις 20 λεπτά.
Χοιρινό ή κοτόπουλο
Η διάκριση ανάμεσα σε χοιρινό και κοτόπουλο δεν αλλάζει θεαματικά την εικόνα, καθώς σε αρκετά ψητοπωλεία οι δύο επιλογές έχουν ακριβώς την ίδια τιμή, ενώ σε άλλα η απόκλιση παραμένει πολύ μικρή. Ενδεικτικό, πάντως, της ακρίβειας είναι ότι ακόμα και το γνωστό καλαμάκι, χωρίς πίτα και τα υπόλοιπα υλικά του τυλιχτού, κοστίζει πλέον σε όλα σχεδόν τα ψητοπωλεία της Αθήνας όσο κόστιζε πριν από λίγα χρόνια ένα ολόκληρο τυλιχτό. Μια τιμή γύρω στα 2,50 ευρώ, που κάποτε εξασφάλιζε ένα πλήρες και χορταστικό γεύμα στο χέρι, σήμερα αντιστοιχεί μόνο σε ένα καλαμάκι.
Δεν χορταίνει
Ο κόσμος που συναντήσαμε στα καταστήματα έδειχνε σε μεγάλο βαθμό να έχει συμβιβαστεί πλέον με τις αυξήσεις στην τιμή ενός φαγητού που για χρόνια είχε ταυτιστεί με τη φθηνή και γρήγορη λύση. Αρκετοί από όσους μίλησαν στα «Παραπολιτικά» σημείωσαν ότι, παρά τις συνεχείς ανατιμήσεις, το σουβλάκι εξακολουθεί να παραμένει σχετικά προσιτό σε σύγκριση με άλλες επιλογές φαγητού, που έχουν επίσης ακριβύνει σημαντικά. Εκείνο που φαίνεται να ενοχλεί περισσότερο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η τιμή, αλλά ο συνδυασμός της με την ποσότητα, καθώς, όπως δήλωσαν πελάτες, το τυλιχτό «μικραίνει και ακριβαίνει».
Υπήρξε κόσμος που δήλωσε ότι θα συνέχιζε να το αγοράζει ακόμα και αν η τιμή του έφτανε τα 5 ευρώ, ενώ άλλοι περιέγραψαν μια διαφορετική προσαρμογή στην ακρίβεια, εξηγώντας ότι εκεί όπου παλαιότερα αγόραζαν δύο τυλιχτά, σήμερα παίρνουν μόνο ένα, για να περιορίσουν το κόστος. Αυτή η αλλαγή στην ίδια την παραγγελία αποτυπώνει ίσως πιο παραστατικά από οποιοδήποτε ποσοστό τη νέα πραγματικότητα για το πιτόγυρο, το οποίο παραμένει αγαπημένη και σχετικά προσιτή επιλογή, αλλά δεν είναι πια το αυτονόητα φθηνό φαγητό που ήταν κάποτε. (Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά»)