

Σε φάση υλοποίησης εισέρχεται ένα νέο μέτρο οικονομικής στήριξης για γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς που υπηρετούν εκτός του τόπου μόνιμης κατοικίας τους, με την κυβέρνηση να προωθεί ρύθμιση που αυξάνει σημαντικά την επιστροφή ενοικίου. Η διάταξη, που αναμένεται να κατατεθεί άμεσα στη Βουλή από το υπουργείο Οικονομικών, προβλέπει την καταβολή δύο ενοικίων ετησίως, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, ενώ για το 2026 δημιουργείται ένα καθεστώς «τριπλής» ενίσχυσης λόγω αναδρομικών πληρωμών.
Μόνιμος χαρακτήρας και δικαιούχοι
Το μέτρο έχει μόνιμο χαρακτήρα και απευθύνεται σε περίπου 50.000 δημόσιους λειτουργούς που μισθώνουν κατοικία στην περιφέρεια, μακριά από τον τόπο διαμονής τους. Εξαιρούνται όσοι υπηρετούν σε Αττική και Θεσσαλονίκη, καθώς η ρύθμιση στοχεύει κυρίως στην ενίσχυση των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης σε λιγότερο αστικά και απομακρυσμένα σημεία της χώρας.
Η ιδιαιτερότητα για το 2026 έγκειται στο γεγονός ότι οι δικαιούχοι θα λάβουν τρεις συνολικά καταβολές. Αρχικά, μετά την ψήφιση της ρύθμισης και έως τις αρχές του καλοκαιριού, θα καταβληθεί αναδρομικά ένα επιπλέον ενοίκιο που αφορά τις μισθώσεις του 2024. Στη συνέχεια, τον Νοέμβριο, θα δοθούν δύο ακόμη ενοίκια που αντιστοιχούν στις δαπάνες στέγασης του 2025. Έτσι, η συνολική ενίσχυση για φέτος αυξάνεται αισθητά, λειτουργώντας ως σημαντική «ανάσα» για τα νοικοκυριά των δικαιούχων.
Το ύψος της επιστροφής φθάνει έως τα 800 ευρώ για κύρια κατοικία, ενώ προβλέπεται προσαύξηση κατά 50 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο τέκνο. Ωστόσο, υπάρχει ανώτατο όριο, καθώς το ποσό δεν μπορεί να ξεπερνά το 1/12 της ετήσιας δαπάνης μίσθωσης που έχει δηλωθεί στην εφορία. Αυτό σημαίνει ότι για να λάβει κάποιος το μέγιστο ποσό, θα πρέπει να καταβάλλει ενοίκιο που ξεπερνά τα 800 ευρώ μηνιαίως και να το πληρώνει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Προϋποθέσεις και διαδικασία καταβολής
Βασική προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενίσχυσης είναι το μισθωμένο ακίνητο να βρίσκεται στην ίδια Περιφερειακή Ενότητα με τον τόπο υπηρεσίας του εργαζομένου. Με τον τρόπο αυτό, επιχειρείται να συνδεθεί άμεσα το μέτρο με την πραγματική ανάγκη μετακίνησης και διαμονής εκτός έδρας.
Η διαδικασία καταβολής διαφοροποιείται ανάλογα με την περίοδο. Για την αναδρομική πληρωμή του 2024, δεν απαιτείται καμία ενέργεια από τους δικαιούχους, καθώς η εκκαθάριση θα γίνει αυτόματα με βάση τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί στις φορολογικές δηλώσεις. Αντίθετα, για την καταβολή της διπλής επιστροφής τον Νοέμβριο του 2026, απαιτείται να έχουν δηλωθεί σωστά τα στοιχεία μίσθωσης.
Συγκεκριμένα, θα πρέπει να έχει υποβληθεί στην ΑΑΔΕ το ηλεκτρονικό μισθωτήριο, ενώ ο αριθμός της δήλωσης πρέπει να έχει καταχωρηθεί στη φορολογική δήλωση του 2025, η οποία θα υποβληθεί έως τα μέσα Ιουλίου του 2026. Σε περίπτωση τροποποίησης της μίσθωσης, αρκεί να δηλωθεί ο αριθμός της τελευταίας σύμβασης.
Παράλληλα, το μέτρο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πακέτο στήριξης της στεγαστικής πολιτικής, που περιλαμβάνει και τη διεύρυνση των δικαιούχων επιστροφής ενοικίου για τον γενικό πληθυσμό. Με βάση τις πρόσφατες εξαγγελίες, αυξάνονται τα εισοδηματικά όρια, με αποτέλεσμα περίπου 70.000 επιπλέον ενοικιαστές να ενταχθούν στο σύστημα, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό δικαιούχων στο 1 εκατομμύριο.
Ειδικότερα, το όριο για άγαμους αυξάνεται στις 25.000 ευρώ, για έγγαμους στις 35.000 ευρώ με προσαύξηση ανά παιδί, ενώ αντίστοιχη αύξηση προβλέπεται και για τις μονογονεϊκές οικογένειες. Στόχος είναι η διεύρυνση της βάσης των ωφελούμενων, σε μια περίοδο όπου το κόστος στέγασης παραμένει υψηλό.
Τέλος, σημαντική αλλαγή αφορά και τον τρόπο πληρωμής των ενοικίων. Από την 1η Οκτωβρίου 2026, η καταβολή τους θα γίνεται υποχρεωτικά μέσω τραπεζικών συναλλαγών, όπως έμβασμα ή ηλεκτρονική πληρωμή. Η πληρωμή με μετρητά δεν θα αναγνωρίζεται φορολογικά, γεγονός που επηρεάζει τόσο τους ενοικιαστές όσο και τους ιδιοκτήτες, καθώς συνδέεται με φορολογικές εκπτώσεις και τη δυνατότητα απόδειξης συναλλαγών.
Συνολικά, η νέα ρύθμιση επιχειρεί να ενισχύσει ουσιαστικά τους δημόσιους λειτουργούς που στηρίζουν κρίσιμες υπηρεσίες στην περιφέρεια, προσφέροντας ένα πιο γενναιόδωρο και ευέλικτο πλαίσιο στήριξης σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.