

Η McLaren έγινε στο GP Βρετανίας η τέταρτη ομάδα φέτος -μετά τις Aston, Mercedes και Ferrari- που κέρδισε τη μάχη πίσω από την κυρίαρχη Red Bull. Πώς συνέβη αυτό, και πόση διάρκεια μπορεί να έχει;
Καθώς ο κεντρικός σολίστ της φετινής σεζόν της Formula 1 παραμένει ίδιος και απαράλλαχτος, με τις έξι διαδοχικές νίκες του Μαξ Φερστάπεν με τη Red Bull RB19, ο δεύτερος ρόλος πίσω του αλλάζει διαρκώς χέρια. Όμως δεν ήταν μόνο ότι η McLaren αναδύθηκε, για πρώτη φορά φέτος σε αυτόν.
Αρχικά ήταν η Aston Martin στο ρόλο αυτό, εμβόλιμα τον αναλάμβανε η Mercedes, έπειτα ήρθαν οι αναβαθμίσεις της Ferrari στη Βαρκελώνη και στον Καναδά που έδωσαν στη Scuderia το χρίσμα – και τώρα εμφανίστηκε η McLaren. Οι Aston και Ferrari όλως ξαφνικώς χάθηκαν από το κάρδο στο Σίλβερστοουν, ενώ η Mercedes δεν είχε την ταχύτητα της McLaren MCL60.
Εν μέρει οι εναλλαγές αυτές στο β’ ρόλο του φετινού θιάσου της F1 οφείλονται στο πώς οι ομάδες προσπαθούν με τις αλλαγές και αναβαθμίσεις των μονοθεσίων τους να βελτιστοποιήσουν το συνδυασμό παραγωγής άντωσης / μείωσης της αεροδυναμικής αντίστασης, στον οποίο συνδυασμό η Red Bull φέτος έχει σταθερή και αδιαφιλονίκητη υπεροχή.
Όμως, σε μεγαλύτερο βαθμό η εναλλαγή αυτή των μονοθεσίων στη δεύτερη θέση της δυναμικότητας οφείλεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μονοθεσίων: οι Aston Martin AMR23, Ferrari SF-23, Mercedes W14 και πλέον και η McLaren MCL60 έχουν ορισμένες δυνάμεις και αδυναμίες. Τις ίδιες έχει βεβαίως και η Red Bull RB19, αλλά δεδομένης της αγύγκριτης ανωτερότητας της ταχύτητάς της, δεν πληρώνει τις αδυναμίες της με την απώλεια μιας νίκης.
Αντιθέτως, για τις άλλες τέσσερις (πλέον) ομάδες οι δυνάμεις και αδυναμίες τους έρχονται να αναδυθούν σε απόλυτη συνάρτηση με τις ιδιαιτερότητες κάθε πίστας και με τις θερμοκρασίες που επικρατούν, σε σχέση με τη διαχείριση των ελαστικών, σε μια πολύ δύσκολη εξίσωση.
Αν δει κανείς ένα μονοθέσιο της Formula 1 να στρίβει π.χ. την Copse ή στο σύμπλεγμα Maggotts-Becketts-Chapel στο Σίλβερστοουν θα αρχίσει να αμφιβάλλει για τους νόμους της βαρύτητας. Αντίθετα, οι δύο πρώτες στροφές του Ουγγαρόρινγκ -που έρχεται σε δύο εβδομάδες- είναι αργές φουρκέτες.
Είναι, λοιπόν, τεράστιες οι διαφορές ανάμεσα σε μια πίστα με πολλές γρήγορες στροφές -όπως το Σίλβερστοουν- και σε αργές πίστες όπως της Ουγγαρίας ή του Μονακό. Αντίστοιχα, ένα μονοθέσιο που παράγει αρκετά υψηλή άντωση, χρήσιμη για τις αργές στροφές, μπορεί αντίστοιχα να υποφέρει σε γρήγορες πίστες αν η παραγωγή της άντωσης δεν συνδυάζεται με τον περιορισμό της αντίστασης στον αέρα. Ένα κλασσικό τέτοιο παράδειγμα είναι η Aston.
Το μεγάλο όφελος λοιπόν που είχε η MCL60 στα πολύ γρήγορα τμήματα της πίστας του Σίλβερστοουν -Abbey, Copse, σύμπλεγμα Maggotts, ακόμα και Stowe- ήταν σημαντικά μεγαλύτερο σε σχέση με το μειονέκτημα της άντωσής της στις αργές Village, Brooklands-Luffield και Vale.
Αντίθετα, η ανωτερότητα της Aston στις τελευταίες δεν ήταν αρκετή για να την κάνει ανταγωνιστική στα γρήγορα τμήματα, και συνεπώς όλο το τριήμερο. Ενδεικτό, μάλιστα, ήταν ότι απειλήθηκε σταθερά από την πιο αργή Williams, που έχει χαρακτηριστικά χαμηλής άντωσης /χαμηλής αντίστασης σαν της McLaren, ενώ η πρώτη σταθερά φέτος ήταν 0,8” ταχύτερη στο γύρο.
Η McLaren, κατά συνέπεια, δεν είναι ότι βρήκε την κότα με το χρυσό αβγό με ένα πακέτο αναβαθμίσεων της MCL60 στους δύο τελευταίους αγώνες. Κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο στη σύγχρονη, τόσο περίπλοκη F1.
Όμως η πίστα της Αυστρίας δίνει έμφαση στην πρόσφυση του εμπρός μέρους του μονοθεσίου. Το αυτοκίνητο μας προσφέρει γενναία πρόσφυση εμπρός, οπότε έπαιξε κάποιο ρόλο και η πίστα. Αν θέλουμε να εξαρτόμαστε λιγότερο από τις εξωτερικές συνθήκες, πρέπει να συνεχίσουμε να βελτιώνουμε το αυτοκίνητο. Η Red Bull είμαι σίγουρος ότι έχει επίσης τέτοιου είδους θέματα, αλλά με τη διαφορά που έχει δεν τα πληρώνει”, κατέληξε ο Ιταλός.
Ο Νόρις, από την πλευρά του σχολίασε: “Είναι ξεκάθαρο ότι βελτιωθήκαμε, αυτό είναι απόλυτα ορατό” σχολίασε ο Νόρις. “Κάναμε το αυτοκίνητο ακόμη πιο αποδοτικό στις υψηλές ταχύτητες, που έτσι κι αλλιώς ήταν μία από τις δυνάμεις μας. Η ταχύτητά μας έκανε ένα βήμα μπροστά, αλλά οι αδυναμίες παραμένουν οι ίδιες. Οι γρήγορες πίστες με καλή ροή είναι καλές για εμάς”.
Πίσω στο Σίλβερστοουν: πέραν του οφέλους που είχε από τη χαμηλή αεροδυναμική αντίσταση της MCL60, η McLaren είχε και ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό που της ταίριαξε εκεί: το αρκετά δυναμικό (έως βίαιο) τρόπο με τον οποίο το μονοθέσιο διαχειρίζεται τα ελαστικά του.
Η Pirelli έφερε στη βρετανική πίστα τις νέες της γόμες, με πιο ισχυρή δομή, και οι χαμηλές θερμοκρασίες κυρίως του Σαββάτου αλλά και της Κυριακής στο Σίλβερστοουν συνέβαλλαν ώστε ο ρυθμός φθοράς της γόμας να ήταν μικρότερος του αναμενόμενου – και ειδικά σε σχέση με της Παρασκευής, που η άσφαλτος είχε σχεδόν διπλάσια θερμοκρασία (42° C) από την Κυριακή. Εξάλλου, και ο σχεδιασμός της πίστας δεν καταπονεί ιδιαίτερα τις γόμες.
Έτσι, η βίαιη με τα ελαστικά της McLaren κατάφερε να κάνει τη σκληρή γόμα να θερμανθεί γρήγορα και να μένει μέσα στο θερμικό παράθυρο λειτουργίας, ενώ αντίθετα η πολύ ευγενική με τα ελαστικά της Mercedes W14 κατάφερε να κάνει πάνω από το μισό αγώνα (28 γύρους), και μάλιστα με βαρύ φορτίο καυσίμου, με τον Τζορτζ Ράσελ.
Μια παρένθεση, εδώ: αυτός ήταν ένας από τους στόχους της Pirelli με το νέο σχεδιασμό των ελαστικών που έφερε στο Σίλβερστοουν. Να κάνει διαφορετικούς τύπους γόμας να ταιριάζουν σε διαφορετικά μονοθέσια, ώστε να φέρει νέες παραμέτρους στον συναγωνισμό στην πίστα. Και η Mercedes διαπίστωσε με έκπληξη όταν βγήκαν οι κουβέρτες για το γύρο σχηματισμού ότι μόνο εκείνη στην πρώτη δεκάδα είχε επιλέξει τη μαλακή γόμα. Κλείνει η παρένθεση.
Πίσω στη McLaren: επιστρέφοντας στην πίστα από τα πιτ-στοπ τους υπό το όχημα ασφαλείας που βγήκε στον 34ο γύρο, ο Νόρις είχε επιλέξει τη σκληρή γόμα (η McLaren έμεινε πιστή σε αυτή την επιλογή της, παρά τις αμφιβολίες του Βρετανού) ενώ ο Χάμιλτον τη μαλακή.
Όμως, ο Νόρις κατάφερε να αμυνθεί -περίτεχνα- στις επιθέσεις του Χάμιλτον χάρη στην ικανότητα της MCL60 να ανεβάζει γρήγορα τη θερμοκρασία των ελαστικών της, σε συνδυασμό με την υψηλότερη ταχύτητα που είχε στις γρήγορες στορφές και στις ευθείες. Κι όταν πλέον άνοιξε το DRS, τα μαλακά ελαστικά του Χάμιλτον άρχιζαν πια να ανεβάζουν επικίνδυνα θερμοκρασία από τις νωρίτερες επιθέσεις του στη McLaren.
Αντιθέτως, αν η McLaren είχε επιλέξει τη μαλακή γόμα, με τον τρόπο που χειρίζεται τα ελαστικά κινδύνευε να αφήσει τον Λάντο με πολύ πιο φθαρμένη γόμα σε σχέση με τον Χάμιλτον στους τελευταίους γύρους. Η ακόμα χαμηλότερη θερμοκρασία του Σαββάτου αντίστοιχα βοήθησε τη McLaren να θερμάνει ταχύτερα και καλύτερα τη μαλακή γόμα, για να πετύχει το μικρό θαύμα της δεύτερης και τρίτης θέσεης της εκκίνησης.
sport24.gr